Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

About Hermes

Ονομάζομαι Kresnik ... ασχολούμε ερασιτεχνικά με τα λεγόμενα ''απόκρυφα'' δω και αρκετό καιρό και αποφάσισα να διοχετεύσω ότι γνωρίζω κ έχω συλλέξει εδω ...


Eδώ θα βρείτε πληροφορίες κ σχετικά άρθρα που έχουνε να κάνουνε σχέση με αποκρυφισμό , μαγεία κ ότι έχει να κανεί σχέση με τα ''παράξενα'' μα συναμα ένδιαφεροντα ... Συλλέγω πληροφορίες από έγκυρες πηγες , μαρτυρίες κλπ
Σκοπός μου είναι να φέρω στην επιφάνεια και αυτό το κομμάτι του ''μικρόκοσμου ''

Σας ευχαριστώ που με ... επισκεφτήκατε

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

ΟΙ ΜΑΓΙΣΣΕΣ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ



Με τον όρο «μαγεία» νοούνται διάφορες μορφές υπερφυσικών ή μαγικών δυνάμεων. Ως μάγος ή μάγισσα ορίζεται καθένας, άντρας ή γυναίκα, που εφαρμόζει πρακτικές μαγείας. Παρόλο που συνήθως οι μυθολογικοί μάγοι είναι υπερφυσικά πλάσματα, ωστόσο στην πραγματικότητα, πάρα πολλοί άνθρωποι στο παρελθόν είτε είχαν κατηγορηθεί για μαγεία είτε ισχυρίζονταν πως είναι μάγοι. Αρκετοί άνθρωποι ακόμη και στις μέρες μας πιστεύουν στη μαγεία και μάλιστα υπάρχουν και κάποιοι που ισχυρίζονται πως την εξασκούν.
Ο όρος «μαγεία» μπορεί να έχει είτε θετικό είτε αρνητικό περιεχόμενο, ανάλογα με την κουλτούρα αυτού που τον χρησιμοποιεί. Στην μεταχριστιανική Ευρώπη ο όρος έχει συνδεθεί με το κακό ή ακόμη και με τον διάβολο, ενώ σε αρκετές μοντέρνες κουλτούρες μπορεί να θεωρείται προτέρημα και ηθικά αποδεκτό.
Ο όρος «μαγεία» χρησιμοποιείται επίσης και για να χαρακτηρίσει πρακτικές με αποκλειστικά αρνητικό περιεχόμενο που σκοπό έχουν να βλάψουν τον αποδέκτη της «μαγείας». Στις κοινωνίες που η μαγεία είναι αποδεκτή υπάρχει ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στις μάγισσες και στους νόμιμους εφαρμοστές των τελετουργικών-μαγικών πρακτικών. Ο όρος «μάγος» χρησιμοποιήθηκε για να κατηγορηθούν άτομα που θεωρούνταν ότι βλάπτουν την κοινωνία χρησιμοποιώντας υπερφυσικά μέσα. Η πίστη στην ύπαρξη μαγισσών αυτού του είδους εμφανίστηκε σε πολλά μέρη του κόσμου συμπεριλαμβανομένων της Ευρώπης, της Αφρικής, της Ασίας και της Αμερικής, οπότε και οδήγησε σε «κυνήγι μαγισσών» 
Στις μονοθεϊστικές θρησκείες της ανατολικής Μεσογείου, και κυρίως στον Χριστιανισμό και στον Ισλαμισμό, η μαγεία συνδέθηκε με αιρέσεις δίνοντας τροφή σε έντονες διαμάχες ανάμεσα στους εκπροσώπους της λαϊκής εξουσίας και των εκκλησιαστικών αρχών. Κατά τη διάρκεια των χρόνων η μαγεία μεταφράστηκε ως μορφή λατρείας του σατανά. Οι κατηγορίες για μαγεία συχνά συνδυαζόταν με άλλες κατηγορίες για αίρεση απέναντι σε ομάδες όπως οι  Cathars και οι Waldensians
Η πίστη στη μαγεία ήταν καθολικό φαινόμενο κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Ο χαρακτηρισμός των μαγισσών στην Ευρώπη δεν προέρχεται από μια μόνο πηγή. Σύμφωνα με νεοπαγανιστικές αντιλήψεις οι μάγοι ήταν άνδρες ή γυναίκες σαμάνοι που μετατράπηκαν σε μοχθηρές φυσιογνωμίες λόγω της χριστιανικής προπαγάνδας. Ωστόσο η λαϊκή άποψη για τους μάγους και τις μάγισσες και η σχετική με αυτούς προκατάληψη είναι αποτέλεσμα πολυάριθμων επιδράσεων. Στην εποχή του πρώιμου Μεσαίωνα τα ξόρκια, η μαντεία και η επίκληση υπερφυσικών πνευμάτων βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, αλλά μόνο κατά τον 11ο αιώνα η Εκκλησία άρχισε να συλλαμβάνει τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι μάγισσες πετούσαν στον αέρα και ότι τις νύχτες καβαλούσαν ζώα ως ακόλουθοι της Άρτεμης, της ειδωλολατρικής θεότητας. Η μαγεία ήταν συνδεδεμένη με την επίκληση των δαιμόνων και τη θυσία σε αυτούς, συχνά και με την σεξουαλική συνεύρεση μαζί τους στη διάρκεια νυχτερινών οργίων. Πολλές θρησκευτικές μεταστροφές ήταν αποτέλεσμα της θέασης του διαβόλου ή διάφορων δαιμόνων σε μια ποικιλία μορφών και διαστάσεων. [1]
Ο χαρακτηρισμός ενός μάγου ή μιας μάγισσας ως υπηρέτη του κακού, αναπτύχθηκε με τα χρόνια. Κατά την εξάπλωση του χριστιανισμού, οι υποψήφιοι χριστιανοί όντας αρκετά εξοικιωμένοι με την χρήση της μαγείας στην καθημερινότητά τους, περίμεναν από τους χριστιανούς κληρικού να εφαρμόζουν την μαγεία πιο αποτελεσματικά σε σχέση με τον παλιό παγανιστικό τρόπο. Η σημασία του θέματος αυτού υποβαθμίστηκε αφού ο χριστιανισμός επικράτησε του παγανισμού στην Ευρώπη. Οι ομοιότητες ανάμεσα στην παλιά παγανιστική λατρεία και τελετουργία και σε αυτήν του χριστιανισμού είναι αρκετές αν θεωρήσει κανείς πως την θέση των παγανιστικών θεοτήτων και φυλαχτών τοποθετήθηκαν άγιοι και ιερά κειμήλια. 
Αρχικά, η Καθολική Εκκλησία η κοινωνία της Ευρώπης δεν επιδίδονταν πάντοτε σε κυνήγι μαγισσών ούτε και πάντα τις θεωρούσε πηγή κακού. (Saint Boniface)Η Ιερά Σύνοδος κήρυξε  την ύπαρξη μαγισσών μη-χριστιανική. Ο αυτοκράτορας Charlemagne διακήρυξε πως η καύση μαγισσών ήταν ένα παγανιστικό έθιμο που θα τιμωρούνταν με θανατική ποινή. Στα 820 ο επίσκοπος της Λυών και άλλοι αποκήρυξαν την πίστη πως οι μάγισσες μπορούν να προκαλέσουν κακό καιρό, να πετάξουν μέσα στη νύχτα και να αλλάξουν την μορφή τους. Ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Coloman επίσης αποκήρυξε το κυνήγι μαγισσών γιατί πίστευε πως οι μάγισσες δεν υπάρχουν
Ο κλήρος αφόριζε εκείνους που κατέφευγαν στη μαγεία , αλλά πάντα με όρους που φανέρωναν ότι ακόμα και οι πιο νομιμόφρονες πίστευαν ότι οι μάγισσες είχαν υπερφυσικές δυνάμεις στις οποίες έπρεπε να αντισταθούν οι χριστιανοί. Οι σχολαστικοί θεολόγοι συνέδεαν ακόμη περισσότερο από ότι πριν τη μαγεία με το γυναικείο φύλο. Ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ πίστευε ότι οι εχθροί του προσπαθούσαν να τον βλάψουν καρφώνοντας βελόνες σε κέρινα ομοιώματα. Το 1398 , το Πανεπιστήμιο του Παρισιού έκανε μια διάκριση μεταξύ φυσικής και υπερφυσικής μαγείας: και οι δύο είχαν αποτέλεσμα , αλλά η δεύτερη ήταν προϊόν συμφωνίας με τους διαβόλους.
            Το κυνήγι μαγισσών έλαβε τεράστια έκταση μεταξύ του 14ου αιώνα και 1650 και οι Ευρωπαίοι εκτέλεσαν 200.000 με 500.000 ανθρώπους , με την κατηγορία της μαγείας, το 85% των οποίων ήταν γυναίκες. Ο χαρακτήρας και η χρονική επιλογή αυτών των εκτελέσεων σχετίζονται μερικώς από τη μία με τους στόχους της Ιεράς Εξέτασης και από την άλλη αφορούν τις αλλαγές της μεσαιωνικής κοινωνίας. Το γεγονός ότι αυτές οι εκτελέσεις και οι δαιμονολογικές θεωρίες που τις συνόδευαν ήταν τόσο διαδεδομένες μπορεί να εξηγηθεί από την ανομία που διαπότιζε την μεσαιωνική κοινωνία εκείνη την εποχή. Το κυνήγι μαγισσών του Μεσαίωνα μπορεί να αποδοθεί στο πνευματικό σκοταδισμό της εποχής , συνδέεται ωστόσο και με οικονομικές, δημογραφικές αλλαγές στη μεσαιωνική κοινωνία μαζί με τη μεσαιωνική ανάγκη για έναν «στόχο» κάτι που εξηγεί γιατί το κυνήγι μαγισσών προσανατολίστηκε στις γυναίκες.
            Πολλοί θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι η έκταση που πήρε το φαινόμενο οφείλεται σε μια σύμπτωση διάφορων παραγόντων. Μια πρώτη αιτία αποδίδεται στα συμφέροντα καθοδηγητικών οργάνων της καθολικής εκκλησίας όπως οι Δομινικανοί και η Ιερά Εξέταση. Μια δεύτερη αιτία για το κυνήγι μαγισσών σχετίζεται με την κατάρρευση του αυταρχικού πλαισίου της θρησκείας και του φεουδαρχικού κοινωνικού συστήματος. Η διάλυση του μεσαιωνικού νοητικού χάρτη, που είχε δώσει ώθηση σε ουτοπικές προσδοκίες , μαγικές πεποιθήσεις, και κενές επιστημονικές αναζητήσεις, οδήγησε σε διαταραχή του κοινωνικού συστήματος στο μεσαίωνα. Η μανία καταδίωξης των μαγισσών  εξηγείται και από αλλαγές στις οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες της εποχής αλλά κυρίως  από τις αλλαγές που σημειώθηκαν εκείνη την εποχή στο ρόλο της γυναίκας- αλλαγές καταστροφικών διαστάσεων. Αυτά εξηγούν την μανία να βαφτίζονται πολλές γυναίκες ως μάγισσες και να εκτελούνται.
            Τα βασικά χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής μαγείας πριν από την εποχή του 14ου αιώνα είχαν να κάνουν με πρακτική μαγεία. Εξυπηρετούσε θα λέγαμε η μαγεία «τεχνολογικούς σκοπούς» με πολύ συγκεκριμένους στόχους όπως μαγικά φίλτρα αγάπης, ξόρκια, και τα σχετικά. Ωστόσο, όταν μιλούσαν για μαγεία εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ένας διαμετρικά αντίθετος υπερφυσικός κόσμος και σε σύγκρουση με τον πραγματικό κόσμο. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής ωστόσο οι μάγισσες είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με τους θεούς ή καλύτερα με τους δαίμονες αφού με τα κατάλληλα ξόρκια ή μαγικά φίλτρα μπορούσαν να εξαναγκάσουν τους δαίμονες ή τα πνεύματα να εξυπηρετήσουν δικούς τους σκοπούς.
            Την εποχή ωστόσο του ευρωπαϊκού κυνηγιού μαγισσών του 14ου έως τον 17ου αιώνα η εξάσκηση της μαγείας είχε μεταμορφωθεί σε μια εντελώς σατανική πρακτική που περισσότερο δημιουργούσε προβλήματα παρά τα έλυνε. Από το 1480 και έπειτα η μάγισσες παρουσιάζονται σαν μαριονέτες του Σατανά , τον οποίο υπηρετούν και ικανοποιούν τις επιθυμίες του. Αυτές οι αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η μεσαιωνική κοινωνία άρχισε να αντιλαμβάνεται τις μάγισσες είναι καθοριστικής σημασίας. Εκείνη την εποχή εκδόθηκαν αρκετά βιβλία τα οποία χαρακτήριζαν την πρακτική άσκησης μαγείας σαν μια «αντιθρησκεία». Και ενώ μέχρι και πριν τον 14ο αιώνα η μαγεία , αφορούσε τεχνολογικές πρακτικές και χωρίζονταν σε καλή και κακή ανάλογα με τον σκοπό που υπηρετούσε από τον 14 αιώνα και έπειτα αναπτύχθηκε μια συστηματική θεωρία επίθεσης εναντίον των μαγισσών ως σατανικών πλασμάτων. Αυτή η επίθεση εναντίον των μαγισσών και η μεταστροφή προς εκλεκτικές δαιμονολογικές θεωρίες διευκόλυνε το έργο των ιεροεξεταστών και νομιμοποίησε τους διωγμούς χιλιάδων γυναικών που πολιτογραφήθηκαν ως μάγισσες.
            Από ότι φαίνεται από τις πηγές τα κυνήγια μαγισσών δεν έλαβαν την ίδια έκταση σε όλη την Ευρώπη και δεν ήταν παντού τα ίδια. Στην Αγγλία για παράδειγμα είχαν διαφορετική έκταση από ότι σε άλλες περιοχές ενώ οι διωγμοί μαγισσών πήραν μεγαλύτερη έκταση σε χώρες όπως Γερμανία, Ελβετία, Γαλλία αλλά με λιγότερο μένος.     
Γενικά η μανία εναντίον των μαγισσών άρχισε να αποκρυσταλλώνεται στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 14ου αιώνα. Ένας θερμός πιστός στη δύναμη και στην αλήθεια της μαγείας , ο πάπας Ιωάννης ΧΧΙΙ έδωσε ώθηση στο φαινόμενο καθώς ενθάρρυνε τους ιεροεξεταστές να διώκουν ασταμάτητα μάγους, ταχυδακτυλουργούς και άλλους αιρετικούς εξαιτίας των φόβων του ότι οι πρακτικές μαγείας εξαπλώνονταν. Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν απλά να εξαπλωθούν ακόμη περισσότερο και να ενισχυθούν οι φόβοι απέναντι στην εξάσκηση της μαγείας. Το 1326 εξέδωσε το Super Ilius specula με το οποίο εξουσιοδότησε την Ιερά Εξέταση να χρησιμοποιεί κάθε μέσο για την αποτροπή της μαγείας. Οι προσπάθειες του πάπα είχαν ως αποτέλεσμα ένα κυνήγι μαγισσών μικρής κλίμακας στις Άλπεις και στα Πυρηναία που διήρκεσε περισσότερο από ενάμισι αιώνα.  Παρόλο που στα έτη 1245 και 1275 είχαν διεξαχθεί ήδη δίκες μαγισσών τις τελευταίες δεκαετίες του 14ου αιώνα παρατηρούμε μια τρομακτική αύξηση των προσπαθειών να καταπνιγούν πρακτικές μαγείας , ειδικότερα στη Γαλλία. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το κυνήγι μαγισσών εντάθηκε ακόμα περισσότερο έπειτα από την έκδοση του Malleus Malificarum από τους Δομινικανούς Sprenger και Kramer μεταξύ των ετών 1487-1489. Το Malleus Maleficarum όριζε τις μάγισσες κυρίως ως κακές γυναικείες υπάρξεις. Στο συγκεκριμένο κείμενο διδονταν οδηγίες για το πώς να ξεχωρίσει κανείς μια μάγισσα, πώς να θέσει κανείς μια μάγισσα σε δοκιμασία(πρακτικές που περιλάμβαναν βασανισμό μέχρις ομολογίας) και πώς να τιμωρήσει κανείς μια μάγισσα.
  Το βιβλίο αυτό προσπαθούσε να αποδείξει την ύπαρη δαιμονίων και μαγισσών και προσέφερε συμβουλές για την αναγνώριση μιας μάγισσας. Ακόμη το βιβλίο ξεκάθαρα συνέδεε τη γυναικεία φύση με τη μαγεία καθώς θεωρούσε ότι η σαρκική απόλαυση είναι χαρακτηριστικό της ακόρεστης επιθυμίας της γυναίκας. Το Malleus συνιστούσε το κάψιμο των μαγισσών για να απαλλαχθεί η γυναίκα από τον δαίμονα που την κατείχε καθώς και τη χρήση βασανιστηριών ώστε να αποσπαστεί η ομολογία της χρήσης μαγείας. To Malleus ήταν ένα από τα πρώτα βιβλία, που εκδόθηκαν, τυπώθηκαν και κυκλοφορούσαν σε ευρεία αντίτυπα για ανάγνωση και προφύλαξη από τις μάγισσες. Επίσης, χρησιμοποιούνταν από τους Ιεροεξεταστές σαν εγχειρίδιο αντιμετώπισης των μαγισσών. Ασφαλώς, η ευρεία κυκλοφορία αυτού του βιβλίου βοήθησε στην μεταστροφή της αντίληψης για τη μαγεία και στην κατασκευή των ιδεολογικών κριτηριών για την ενίσχυση των διώξεων των μαγισσών. 
Η μαγεία στην Ευρώπη μεταξύ των ετών 1450 και 1750 θεωρούνταν ως ένα μολυσματικό και επικίνδυνο μείγμα μαγείας και αίρεσης. Η εξάσκηση μαγείας αφορούσε οτιδήποτε στόχευε σε αρνητικά υπερφυσικά αποτελέσματα μέσω της δημιουργίας ξορκιών και μαγικών φίλτρων. Το δεύτερο συστατικό της μαγείας αφορούσε τις αιρέσεις που περιλάμβαναν τη λατρεία του σατανιστικού Σαβάτου από μάγισσες που εξασκούσαν μια ανεστραμμένη θεία λειτουργία μαύρης μαγείας. Το βασικό χαρακτηριστικό της μανίας των μαγισσών αφορούσε το Σάββατο των μαγισσών , η κορύφωση του οποίου θεωρούνταν ένα τεράστιο όργιο ανάμεσα σε μάγισσες και δαίμονες. Μέσω αυτής της τελετής νέες μάγισσες μυούνταν στην εξάσκηση της μαγείας. Η τελετή περιλάμβανε την άρνηση της σωτηρίας , λατρεία του πορτρέτου του Σατανά, φτύσιμο στη Βίβλο, κατάρες στο σταυρό, σεξουαλικά όργια κ.α. Μια τέτοια αρνητική εικόνα της μαγείας σε συνδυασμό με τη δημιουργία μιας νέας αντίληψης για την εξάσκηση μαγείας και δαιμονολογίας άλλαξε δραματικά την αντίληψη της μαγείας ως τεχνολογίας. Η μαγεία έχασε τον ουδέτερο τεχνολογικό χαρακτήρα της για χάρη μιας πολύπλοκης και επεξεργασμένης αντιθρησκείας.
Ολόκληρη όμως η ιδεολογική μετάλλαξη της αντίληψης για τις μάγισσες αποκρυσταλλώθηκε, νομιμοποιήθηκε και έγινε αποδεκτή στα μέσα του 15ου αιώνα. Εκείνη την εποχή επικρατούσαν οι θεωρίες των Δομινικανών μοναχών σχετικά με τη μαγεία. Οι θεωρίες τους βασίζονταν σε μια δυιστική αντίληψη για τον κόσμο, ο οποίος ήταν χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα . Από τη μια υπήρχε το στρατόπεδο των θεικών τέκνων του φωτός και από την άλλη υπήρχαν τα σατανικά τέκνα του σκότους. Τα δύο αυτά στρατόπεδα βρίσκονταν σε διαρκή αντιπαράθεση μεταξύ τους. Οι μάγισσες και ο μύθος τους λοιπόν θεωρήθηκαν το ακριβώς αντίθετο της σύλληψης του Χριστού , και η μαγεία θεωρήθηκε το ακριβώς αντίθετο της Χριστιανοσύνης.
Σε αντίθεση με την ιδέα της ιερής σύλληψης του Ιησού, οι Δομινικανοί υποστήριζαν ότι συνέβαινε μια διαστροφική σεξουαλική πράξη ανάμεσα στη μάγισσα και στον Διάβολο. Ο σατανάς με βάση αυτή την αντίληψη έπαιρνε τη μορφή ενός ελκυστικού άντρα ή μιας ελκυστικής γυναίκας και εμφανιζόταν μπροστά σε μια γυναίκα ή σε έναν άντρα για να τους αποπλανήσει.  Επίσης, οι Δομινικανοί υποστήριζαν ότι ενώ οι Χριστιανοί συναντιούνται για να προσευχηθούν Κυριακή πρωί, οι ακόλουθοι του Σατανά προτιμούν να εξασκούν τη λατρεία τους Παρασκευή βράδυ. Και ενώ οι τελετές των Χριστιανών γίνονταν στην Εκκλησία οι τελετές των σατανιστών γίνονταν σε περίεργα μέρη όπως νεκροταφεία.  Ακόμη υπήρχε η αντίληψη ότι στις τελετές των σατανιστών χρησιμοποιούνταν ανεστραμμένα σύμβολα του σταυρού, σκοτωμένες γάτες και κατσίκες ενώ για μουσική χρησιμοποιούσαν τους ήχους που έβγαιναν από κόκαλα νεκρών. Γενικά , από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι οι αντιλήψεις γύρω από τη μαγεία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας αντικατοπτρισμός, μια αντιστροφή αυτού που ονομάζονταν αληθινή πίστη.
            Στην πιο καταστροφική τους μορφή τα κυνήγια μαγισσών κράτησαν μέχρι το τέλος του Τριακονταετούς πολέμου το 1648. Παρόλο που υπάρχουν ενδείξεις για σποραδικές δίκες και εκτελέσεις μαγισσών μέχρι και το 1750 , ωστόσο το 1650 σηματοδοτεί το τέλος για τη μανία εναντίον των μαγισσών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εκτελέσθηκαν, κάηκαν, πνίγηκαν, αποκεφαλίστηκαν ή κρεμάστηκαν περισσότερο από 200.000 με 500.000 άνθρωποι με την κατηγορία της μαγείας. Αποδεδειγμένα τα περισσότερα θύματα της μανίας εναντίον των μαγισσών ήταν γυναίκες. Επίσης παρατηρήθηκε ότι στατιστικά τα περισσότερα κυνήγια μαγισσών πήραν μεγάλη διάσταση σε περιοχές όπου η καθολική εκκλησία είχε μικρή επιρροή.
            Η εξήγηση για την εξάσκηση μαγείας και συνακόλουθα για τα κυνήγια μαγισσών στην Ευρώπη μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε τρεις σχολές θεωρητικής ερμηνείας του φαινομένου. Η πρώτη σχολή σκέψης αφορά τη λειτουργική προσέγγιση του φαινόμένου της μαγείας σύμφωνα με την οποία η εξάσκηση μαγείας ενέχει κάποιες «χρήσιμες» λειτουργίες όπως ανακούφιση από το άγχος, ενσωμάτωση σε μια ομάδα, και δημιουργία συνεκτικών δεσμών. Η δεύτερη ερμηνεία της μαγείας σχετίζεται με τη δομική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία οι κατηγορίες εναντίον των μαγισσών έχουν να κάνουν με ένα δίκτυο σχέσεων ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες μια ταξικής κοινωνίας. Η δομική ερμηνεία της μαγείας υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες εναντίον της μαγείας εντείνονται σε περιόδους έντονων κοινωνικών αλλαγών εξαιτίας κοινωνικών ανισοτήτων, διάφορων αυταρχικών συστημάτων και δεσμών μέσα στις ίδιες τις κοινωνικές δομές. Η τρίτη προσέγγιση εστιάζει στο συμβολικό επίπεδο των μαγικών τελετουργικών δίνοντας βαρύτητα στο νόημα, στην εκμετάλλευση , χρησιμοποίηση και στην παγκοσμιότητα διάφορων συμβόλων στις πρακτικές μαγείας. Άλλοι θεωρητικοί εξετάζουν το φαινόμενο της μαγείας από ιατρική άποψη , υποστηρίζοντας ότι το «πέταγμα» των μαγισσών και άλλες ψευδαισθήσεις επιτυγχάνονταν με την χρήση της χημείας. Ψυχιατρικές προσεγγίσεις εστιάζουν είτε σε ψυχιατρικά συμπτώματα των μαγισσών είτε στις συναισθηματικές ανάγκες των κατηγόρων. Μια άλλη ομάδα θεωρητικών βλέπει τα κυνήγια μαγισσών ως διώξεις εναντίον αποκλεισμένων ομάδων της κοινωνίας. Με βάση αυτή την προσέγγιση οι μάγισσες χρησιμοποιήθηκαν ως εξιλαστήρια θύματα για πολιτικούς, κοινωνικούς ή οικονομικούς σκοπούς. Σύμφωνα με αυτή την άποψη τα κυνήγια μαγισσών μετέθεσαν τα κακώς κείμενα της Εκκλησίας ή του Κράτους και της κρίσης που αντιμετώπιζε η μεσαιωνική κοινωνίας σε φανταστικούς δαίμονες.
            Πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι ενώ στα πρώτα χρόνια της μανίας εναντίον των μαγισσών θανατώνονταν νέες, ανύπαντρες λευκές γυναίκες προς τα τελευταία χρόνια δεν γίνονταν διακρίσεις και θανατώνονταν ακόμα και παντρεμένες. Αυτό αποδεικνύει ότι δεν εξαιρέθηκε κάποια συγκεκριμένη ομάδα γυναικών από τις εκτελέσεις και τις κατηγορίες για μαγεία, και ότι, οι διώξεις μαγισσών δεν απευθύνονταν μόνο σε περίεργες ή παραμορφωμένες γυναίκες. Αντίθετα, η μανία εναντίον των μαγισσών του 14ου με 17ου αιώνα, αποτέλεσε ένα μοναδικό ιστορικό συνδυασμό κατηγοριών εναντίον ανθρώπων, κυρίως γυναικών, από τις οποίες ένα τεράστιο ποσοστό ήταν τελείως αθώες, και της δημιουργίας ενός θεολογικού συστήματος στο οποίο η μαγεία έγινε φαινόμενο καίριας σημασίας. 
            Μια ακόμη αιτία των συστηματικών διώξεων εναντίον των μαγισσών αποδίδεται στα επαγγελματικά συμφέροντα των Ιεροεξεταστών. Η καθολική εκκλησία μέχρι τον 13ο αιώνα είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία τις διάφορες αιρέσεις στην Ευρώπη και είχε καταφέρει να καταπνίξει αρκετά κινήματα. Η Ιερά Εξέταση έπρεπε από εκείνη τη στιγμή να αναλάβει έναν νέο ιδεολογικό ρόλο ώστε να συνεχίζει την ύπαρξη της. Αυτό εξηγεί και την στροφή των Ιεροεξεταστών στο κυνήγι μαγισσών. Ωστόσο, η μεταστροφή του ενδιαφέροντος της Ιεράς Εξέτασης σε μια δαιμονολογική θεολογία πραγματοποιήθηκε τον 15ο αιώνα και μόνο τότε το κοινό ενδιαφέρθηκε για τους στόχους της Ιεράς Εξέτασης εναντίον της μαγείας. Η ερμηνεία αυτών των γεγονότων βρίσκεται σε διάφορες θεσμικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που συνέβησαν μεταξύ του 15ο αιώνα και του 17ου αιώνα. Η μεσαιωνική κοινωνική δομή σε αυτά τα χρόνια διαταράχθηκε αρκετά και οι αλλαγές αυτές μετεξέλιξαν το ευρωπαϊκό κυρίαρχο μοντέλο. Το 13ο αιώνα αναπτύσσονται οι πόλεις και η παραγωγή αρχίζει να μετατρέπεται σε βιομηχανική. Ακόμη την εποχή αυτή ιδρύονται νέα εμπορικά κέντρα όπως η Φλάνδρα ενώ γενικά στην Ευρώπη παρατηρείται δημογραφική αύξηση. Στο οικονομικό πεδίο διαδίδονται οι νομισματικές συναλλαγές, χαρτογραφούνται νέες περιοχές και αναπτύσσεται το εμπόριο. Η οικονομική ανάπτυξη είχε ως συνακόλουθο την ανάπτυξη του εμπορίου, την αστικοποίηση της βιομηχανίας, τις εξαγωγές, τον καταμερισμό εργασίας και την εξειδίκευση. Αυτή η οικονομική ανάπτυξη που μεταμόρφωσε τον κοινωνικό χάρτη της Ευρώπης κορυφώθηκε με τις γεωγραφικές ανακαλύψεις του 14ου αιώνα και 16ου αιώνα.
            Αυτές οι τόσο σημαντικές και ταχύτατες αλλαγές  προκάλεσαν σημαντικές ρωγμές στην ιεραρχική δομή της φεουδαλικής κοινωνίας, η οποία επικυρώνονταν και νομιμοποιούνταν από την ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Τα ηθικά όρια της μεσαιωνικής κοινωνίας ήταν αυστηρά καθορισμένα. Υπήρχε μια Χριστιανοσύνη η οποία καθοδηγούνταν πνευματικά από τη Ρώμη και ήταν δομημένη σε μια ιεραρχική φεουδαλική τάξη. Η τάξη αυτή βρέθηκε ξαφνικά να απειλείται από την ανάπτυξη μιας αστικής κοινωνίας ξένης στη φεουδαλική κοινωνία . Η αστική αυτή κοινωνία ερχόταν σε επαφή με μη- χριστιανούς και διέθετε μια σχετική οικονομική και πολιτική αυτονομία από την θεολογική καθοδήγηση της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Η ένταση και η σύγχυση στους κόλπους της φεουδαλικής κοινωνίας κορυφώθηκε όταν ξέσπασαν στην Ευρώπη διάφορες καταστροφικές επιδημίες όπως χολέρα, πανούκλα που αποδεκάτισαν το 1/3 του πληθυσμού στην Ευρώπη και διήρκεσαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 14ου αιώνα. Πρόσθετο άγχος την περίοδο εκείνη δημιουργούσαν οι κλιματικές αλλαγές στην Ευρώπη η οποία υπέφερε από δριμύ ψύχος ενώ η εμφάνιση ενός κομήτη το 1528 προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο φόβο και άγχος. Όταν η Ευρώπη συνήλθε από τις φοβερές επιδημίες που μείωσαν τον πληθυσμό της παρατηρούμε άνοδο των μισθών εξαιτίας της έλλειψης ανθρώπινου δυναμικού. Επομένως , μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο 15ος αιώνα είναι για την Ευρώπη μια εποχή σύγχυσης και ανομίας, μια εποχή όπου τα ηθικά όρια έχουν καταρρεύσει. Νέες φυγόκεντρες δυνάμεις αναπτύσσονται σε οικονομικό , πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο και σπουδαίες αλλαγές ταράζουν τη γηραιά ήπειρο. Η  κοινωνική αστάθεια , η διεύρυνση των οριζόντων των ανθρώπων, η Μεταρρύθμιση, η Αναγέννηση, ο ανθρωπισμός όλα χαρακτηριστικά της εποχής καταστρέφουν τις παραδοσιακές κοινωνικές δομές και δημιουργούν τις συνθήκες για διαφορετικότητα και μεγαλύτερη ελευθερία σε σχέση με αυτήν που χαρακτήριζε το Μεσαίωνα. Οι κοινωνικές αλλαγές του 14ου και 15ου  αιώνα επέδρασαν στην καρδιά της συλλογικής συνείδησης της φεουδαλικής κοινωνίας. Με απλά λόγια υπήρχε μια ανάγκη να διατυπωθούν νέες ηθικές νόρμες στην κοινωνίας αφού τα παλιότερα ηθικά όρια είχαν καταρριφθεί. Ωστόσο , με τα κυνήγια μαγισσών η ίδια κοινωνία καθοδηγούμενη από την Εκκλησία προσπάθησε να αναδιατυπώσει τα ηθικά της όρια. Η ανάλυση αυτή εξηγεί γιατί κατά τη διάρκεια των λεγόμενων σκοτεινών αιώνων δεν υπάρχουν αναφορές για κυνήγια μαγισσών ενώ τον 14ο και 15ο αιώνα παρατηρείται αύξηση. Μόλις έγιναν εμφανείς οι αλλαγές στη δομή της φεουδαλικής κοινωνίας τον 15ο αιώνα και η Εκκλησία άρχισε να χάνει κομμάτι από τη δύναμη της παρατηρούμε ότι η Εκκλησία αναγκάστηκε να ανακαλύψει έναν εχθρό-τις μάγισσες- ώστε να μπορέσει να διατηρήσει το κύρος της. Η ερμηνεία αυτή μας βοηθάει επίσης να καταλάβουμε το λόγο για τον οποίο τα περισσότερα κυνήγια μαγισσών συνέβησαν στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία). Αντίθετα , εκεί οπού το κύρος της Εκκλησίας υπήρξε ισχυρό εμφανίζονται μικρότερα φαινόμενα μανίας εναντίον των μαγισσών. Επομένως , τα κυνήγια μαγισσών μπορούν να χαρακτηριστούν ως ένας αγώνας αναζήτησης- κατασκευής συλλογικής μνήμης , ηθικές σταυροφορίες στην προσπάθεια επιστροφής στο παλαιό θρησκευτικό και ηθικό καθεστώς.  Μέσα σε αυτό το κλίμα ανασφάλειας ήταν εύκολο να πειστούν οι μάζες για τον αγώνα ανάμεσα στα «θεϊκά τέκνα του φωτός» και στα «σατανικά τέκνα του σκότους» ώστε να συμμετάσχουν σε έναν αγώνα κοσμικής πάλης που θα τους έφερνε πιο κοντά στη σωτηρία. Αυτό εξηγεί γιατί τα κυνήγια μαγισσών είχαν τόσο μεγάλο λαϊκό έρεισμα εκείνη την εποχή.
             



Nicholas David, Η εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου: Κοινωνία, Διακυβέρνηση και σκέψη στην Ευρώπη 312-1500, Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 2000

Carlo M. Cipolla, Before the Industrial Revolution, European Society and Economy, 1000-1700, Menthuen & CO LTD, 1974

Massimo Montanari, Πείνα και Αφθονία στην Ευρώπη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997

Jacques Le Goff, Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993

Carlo Ginzburg, Το τυρί και τα σκουλήκια: ο κόσμος ενός μυλωνά του 16ου αιώνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια , Αθήνα 1994


[1] Nicholas David, Η εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου: Κοινωνία, Διακυβέρνηση και σκέψη στην Ευρώπη 312-1500, Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 2000, σελ. 538

Το «κυνήγι μαγισσών» κατά το Μεσαίωνα I

Η έκφραση «κυνήγι μαγισσών» αναφέρεται σήμερα σε μαζικές διώξεις με ανυπόστατες ή προσχηματικές κατηγορίες. Αυτή η έκφραση προέρχεται όμως από τα χρόνια του Μεσαίωνα, οπότε εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, κατηγορήθηκαν, βασανίστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν με φρικτό τρόπο! Η κατηγορία ήταν στερεότυπη: καλλιέργεια πνευματικών και σωματικών δεσμών με το σατανά, πρόκληση ασθενειών και οικονομικών προβλημάτων σε άλλους ανθρώπους, επηρεασμός του καιρού κλπ. κλπ. Οι μάγισσες ήταν «υπεύθυνες» για όλα τα κακά που συνέβαιναν στους ανθρώπους και η μόνη λύτρωση ήταν ο θάνατός τους! Αποτέλεσμα αυτών των αντιλήψεων ήταν ένα απίστευτο για τις μέρες μας συλλογικό έγκλημα από την οργανωμένη εξουσία, το κράτος και τον εκκλησιαστικό μηχανισμό. 

Η συνήθως κακή οικονομική διαχείριση και αύξηση των χρεών οδηγούσε τους ηγεμόνες στην όλο και βαρύτερη φορολόγηση του λαού, μια που δεν υπήρχε άλλος τρόπος συλλογής χρημάτων. Η απόγνωση των απλών και αγράμματων ανθρώπων ήταν το καλύτερο έδαφος για να ευδοκιμήσουν μάγοι, θαυματοποιοί, αλχημιστές, αστρολόγοι και σωτήρες! Η ιατρική αποτελούσε μυστική τέχνη με αμφίβολα αποτελέσματα και μόνο λίγοι εκλεκτοί και ευνοημένοι μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις υπηρεσίες της - πενιχρές μέχρι μηδενικές, όπως μπορούμε να γνωρίζουμε σήμερα.

Με την πάροδο του χρόνου γινόταν η υποψία του κόσμου βεβαιότητα ότι οι ασθένειες ήταν αποτέλεσμα μαγικών και απόκρυφων δραστηριοτήτων. Οι θεολόγοι πρόβαλαν δε προς ενίσχυσή τους το ατράνταχτο επιχείρημα ότι, αν οι ασθένειες οφείλονταν σε θέλημα θεού, δεν θα ασθενούσαν και οι πιστοί χριστιανοί! 'Αρα ορισμένες επιδημικές ασθένειες όπως η χολέρα, η ευλογιά και η πανώλη, μόνο συνέπειες διαβολικής έμπνευσης θα μπορούσαν να αποτελούν.

Οι ρίζες της πίστης σε μαγικές δυνάμεις, μάγους, πνεύματα και δαίμονες βρίσκονται στα βάθη της ιστορίας του ανθρώπινου είδους. Οι χειριστές της φωτιάς, οι άνθρωποι που εξασφάλιζαν τροφή και νερό για τη μεγάλη οικογένεια, οι πολεμιστές που προστάτευαν τους συγγενείς και οπαδούς από εχθρικές επιθέσεις ή από τα στοιχεία της φύσης, έπαιρναν στα μάτια όσων είχαν συμβιώσει μαζί τους και, μέσω μυθοπλασιών, στο μυαλό των επόμενων γενεών διαστάσεις ημίθεων και γιγάντων. Ο χριστιανισμός υιοθέτησε πολλούς από αυτούς του μύθους και τους ενσωμάτωσε στη διδασκαλία του, άλλοτε προσαρμόζοντας τη διδασκαλία και άλλοτε μεταπλάθοντας τους μύθους. Ο ιδρυτής της θρησκείας απέκτησε ιδιότητες και χαρακτηριστικά που είχαν παλιά διάφοροι εθνικοί θεοί (Μίθρας, 'Αττις, Όσιρις, Ορφέας, Ηρακλής κ.ά.) και οι άγιοι αντικατέστησαν τη στρατιά των ημίθεων και εθνικών ηρώων.

Επειδή υπήρχαν δε στην επικράτεια διάδοσης του χριστιανισμού πολλές και διαφορετικές εθνικές θρησκείες και παραδόσεις, οι προσαρμογές ήταν παράλληλες και πολλαπλές και, για ευνόητους λόγους, συχνότατα αντιφατικές. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που προέκυψε διαφορά αντιλήψεων στην εφαρμογή της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία πήρε σταδιακά άλλη μορφή κατά την προσαρμογή της στους ανατολικούς λαούς της Μικράς Ασίας και των Βαλκανίων και διαφορετική μορφή στους «βαρβαρικούς» λαούς της βόρειας και δυτικής Ευρώπης.

Έτσι ενσωματώθηκαν στις αντιλήψεις και στο λατρευτικό τυπικό της χριστιανικής θρησκείας απόψεις, χειρισμοί και τελετουργίες, οι οποίες είχαν αμιγώς προχριστιανική προέλευση και, με την πάροδο των αιώνων, υποκατέστησαν με νέα ονόματα και νέα νοηματοδότηση διάφορες εμπεδωμένες εθνικές θρησκευτικές συνήθειες και πρακτικές με ιστορία χιλιετιών. Τα διάφορα «άγια» υγρά, το λεγόμενο τίμιο ξύλο, διάφορες τούφες από μαλλιά αγίων, αλλά και μακάβριες συλλογές από δάκτυλα, πόδια, αυτιά και άλλα λείψανα αγίων της Εκκλησίας έγιναν αναπόσπαστα εξαρτήματα της χριστιανικής ζωής, όπως περίπου χρησιμοποιούνταν ανάλογα μαγικά υγρά και αντικείμενα στις προχριστιανικές εποχές. Από αυτές τις εποχές των ευρωπαϊκών λαών προέρχονταν επίσης οι θρύλοι για γυναίκες που διέσχιζαν τον ουρανό πάνω σε περίεργα ζώα ή σε αντικείμενα, οι οποίοι θρύλοι πέρασαν στα μυαλά των ανθρώπων και μετά τον εκχριστιανισμό τους.

Η πίστη και οι δεισιδαιμονίες ήταν λοιπόν, μετά από πολλούς αιώνες χριστιανισμού, αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες. Οι εκκλησιαστικοί κήρυκες, εξέδιδαν φυλλάδια και τεύχη (υπάρχουν ακόμα στα ευρωπαϊκά μουσεία) με αναλύσεις για το σατανά, για τα όνειρα και την ερμηνεία τους, για τέρατα, νάνους και μάγισσες, για σημάδια στον ουρανό και στα βουνά που προανήγγειλαν την καταστροφή του κόσμου και άλλες όμοιες ιστορίες. Κύριο μοτίβο σ' αυτές τις διδασκαλίες ήταν το χωρικό της Παλαιάς Διαθήκης (Έξοδος 22,18), επίσης προχριστιανικής προέλευσης, που αναφέρει στη μετάφραση σε ευρωπαϊκές γλώσσες, να μην αφήσετε να ζήσουν οι μάγισσες!

Με αξιοποίηση δε, αφενός κάποιων παραβολών από τα ευαγγέλια, «... (Ματθαίος 13,30) συλλέξατε πρώτον τά ζιζάνια καί δήσατε αυτά εις δέσμας πρός τό κατακαύσαι αυτά, (40) ώσπερ ούν συλλέγεται τά ζιζάνια καί πυρί καίεται, ούτως έσται εν τή συντελεία τού αιώνος τούτου, (42) καί βαλούσιν αυτούς εις τήν κάμινον τού πυρός», αφετέρου δε ενός χωρίου από την προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου «... και εκάστου το έργον οποίον εστί το πυρ δοκιμάσει. ει τινός το έργον μενεί ο επωκοδόμησε, μισθόν λήψεται, ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός» (Α' Κορ. γ', 13-15), ήταν δεδομένο ότι η όποια «εξυγίανση» θα επέλθει με την πυρά. Ο στόχος και η μέθοδος είχαν προκαθοριστεί λοιπόν, χρειαζόταν πλέον η οργάνωση για τη σωστή διεκπεραίωση των εγκλημάτων!

Ήδη στις πρώτους αιώνες της «αληθινής θρησκείας» ο χριστιανός πατέρας Ιερώνυμος (Sophronius Eusebius Hieronymus, 342-420 μ.Χ.) εκπλήσσεται που δεν επεμβαίνει ο θεός να τιμωρήσει τους «αιρετικούς» και προτείνει την εξόντωσή τους για να λήξει το πρόβλημα! Λέει ο «άγιος»: «Μπορούμε να ρωτήσουμε, πώς γίνεται ο Θεός να είναι αγαθός, ο οποίος έδωσε τον νόμο και τους προφήτες, όταν βλέπει τη ζωή των διεφθαρμένων να ευδοκιμεί, και αυτοί να μην υφίστανται τίποτα απ’ αυτόν, σύμφωνα με την τιμωρία που τους αρμόζει. [...] Έχουν γεννήσει γιους, και έχουν προσφέρει καρπούς.[...]».

Επικαλείται λοιπόν ο δάσκαλος της αγάπης ένα χωρίο της Π.Δ. από το βιβλίο του Ιερεμία (12: 1-3) και συνεχίζει επεξηγώντας αυτό το χωρίο, λέγοντας ότι τα βασανιστήριά τους είναι «αγιασμός». Συνεχίζει το μισάνθρωπο εγκληματικό παραλήρημά του με τα λόγια: «Αγίασε αυτούς, όταν φθάσει η ημέρα της σφαγής αυτών”. Δηλαδή, «φονεύοντάς τους τούς αγιάζεις!» (Εργασίες του Ιερωνύμου, Τόμος V, 818).

Σε μια παράλληλη θεολογική γραμμή, ο «άγιος» Αυγουστίνος (Aurelius Augustinus, 354-430) και ο Θωμάς Ακινάτης (Tommaso d’ Aquino, 1225-1274) –σημειωτέον αμφότεροι χριστιανοί πατέρες, στων οποίων τα λόγια και γραπτά στηριζόταν η Ιερά Εξέταση για να εγκληματεί– θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει αυτοτελώς το κακό, αλλά αυτό αποτελεί απουσία καλού. Άρα, όσοι παραπονιούνται για στερήσεις, αδικίες κλπ., στην ουσία επιζητούν αυτά που τους λείπουν και, απλώς, ακόμα δεν τα πέτυχαν. Αυτή η αντιμετώπιση επιβλήθηκε σε όλο τον εκκλησιαστικό μηχανισμό και κανείς δεν τολμούσε να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό: θα κηρυσσόταν πάραυτα «μάγος» και «αιρετικός», σε Δύση και Ανατολή. 

Στην εποχή του Μεσαίωνα καταγράφονται πάντως, αποδεδειγμένα για πρώτη φορά περί τις αρχές του 10ου αιώνα, ιστορίες με μάγισσες που πετάνε πάνω σε σκουπόξυλα και άλλα συναφή. Μέχρι τότε η εξουσία δεν είχε κανένα λόγο να αξιοποιήσει τέτοιες δεισιδαιμονίες και θεωρούσε άπιστους και αιρετικούς, όσους ισχυρίζονταν ότι έβλεπαν τέτοια εξωπραγματικά φαινόμενα. Μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα περίπου ίσχυαν και τιμωρίες για όσους διέδιδαν ιστορίες με μάγισσες, δεν είναι γνωστό όμως αν επρόκειτο για απλές επιπλήξεις ή κάτι αυστηρότερο.

Με την πάροδο των δεκαετιών έκαναν την εμφάνισή τους, όμως, όλο και περισσότεροι μάγοι, αιρετικοί, σωτήρες κ.ά., οι οποίοι δημιουργούσαν κύκλο ακροατών ή μαθητών και διέδιδαν την, υποτίθεται, μαγική ή αιρετική γνώση τους. Έτσι, το έτος 1232 ανατέθηκε στους δομινικανούς μοναχούς η συγκρότηση «'Αγιου δικαστηρίου ενάντια στην αιρετική κακία», το οποίο από το έτος 1542 ονομάστηκε «Ιερά Εξέταση». Στόχος αυτού του δικαστηρίου ήταν να τιμωρεί -με θάνατο- κάθε απόκλιση από τη «σωστή» διδασκαλία, τόσο στα πλαίσια υιοθετημένων προχριστιανικών αντιλήψεων, όσο και στα πλαίσια της έκτοτε συσσωρευόμενης πανεπιστημιακής σοφίας.

Ο γερμανόφωνος χώρος στην κεντρική Ευρώπη αποδέχθηκε την υλοποίηση αυτού του «ιερού» σκοπού με ενθουσιασμό και για την επιτυχία του συσστρατεύτηκαν τα πολιτικά δικαστήρια και οι κρατικές υπηρεσίες αυτών των χωρών. Ο ενθουσιασμός αυτός είναι ευεξήγητος, γιατί η περιουσία των καταδικασμένων θυμάτων της μαζικής υστερίας μοιραζόταν εξ ίσου στις υπηρεσίες που συμμετείχαν και στην Εκκλησία, στην οποία ανήκε ο ιεροεξεταστής!

Όταν με το χρόνο άρχισαν οι ιεροεξεταστές να κατηγορούν και άτομα, κυρίως γυναίκες, από εύπορες οικογένειες, των οποίων η περιουσία ήταν απείρως σημαντικότερη από αυτή των φτωχοδιαβόλων στα χωριά, οι πλούσιοι έμποροι και βιοτέχνες αντέδρασαν και οργάνωσαν ομάδες προστασίας. Κάποια στιγμή συνέλαβαν τον ιεροεξεταστή Konrad von Marburg και τον λιντσάρησαν. Η εκκλησία απαγόρευσε κατόπιν αυτού την απασχόληση των ιερωμένων με αυτά τα θέματα και ο γερμανόφωνος χώρος έμεινε ήρεμος για περίπου 250 χρόνια. Το έτος 1431 κάηκε στην πυρά ως μάγισσα και αιρετική η εικοσάχρονηΙωάννα της Λωραίνης (Jeanne d'Arc), η οποία ανακηρύχθηκε αργότερα αγία της καθολικής εκκλησίας(συνεχίζεται).

(δεκτό κάθε διορθωτικό, βελτιωτικό, απορριπτικό κλπ. σχόλιο)
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

Το «κυνήγι μαγισσών» κατά το Μεσαίωνα II

Τέλη του 15ου, αρχές του 16ου αιώνα επικρατεί σ' όλη την Ευρώπη και πάλι μια βαθιά πολιτική, κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική κρίση. Νέες, άγνωστες μέχρι τότε φρικτές ασθένειες διαδίδονται στην Ευρώπη, οι οποίες φαίνεται να έφτασαν από την Αμερική, μετά τις επισκέψεις του Κολόμβου και των άλλων θαλασσοπόρων. Η πιο φρικτή από αυτές τις «καινούργιες» ασθένειες ήταν η σύφιλις η οποία, μετά από οδυνηρή εξέλιξη 10-20 ετών, παραμόρφωνε τα θύματά της σε απίθανο βαθμό. Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα κρίσης, απόγνωσης και υστερίας, άρχισαν στα τέλη του 15ουαιώνα πάλι οι δίκες από την «Ιερά Εξέταση» με βάση κάποια απόφαση του πάπα Ινοκέντιου Η' έτους από το έτος 1484. Οι δομινικανοί μοναχοί ανέλαβαν και πάλι να «εξυγιάνουν» τον κόσμο και φυσικά απαγορευόταν σε οποιονδήποτε να εμποδίσει το έργο τους.

Οι δύο σημαντικότεροι ιεροεξεταστές στη Γερμανία, δομινικανοί μοναχοί Institoris και Sprenger, έγραψαν ένα βιβλίο με τίτλο «Malleus Maleficarum» (Το σφυρί κατά των μαγισσών), το οποίο περιέγραφε με κείμενα και εικόνες τα υποτιθέμενα έργα και τη δράση των μαγισσών! Το βιβλίο αυτό πρέπει να εκδόθηκε αρχικά το έτος 1486 στην πόλη Speyer. Για 2-3 αιώνες έγιναν πολλές επανεκδόσεις -το 17ο αιώνα κυκλοφόρησε ήδη η 29η- και πρέπει να είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα βιβλία εκείνης της εποχής!

Λέγεται ότι ο Sprenger είχε αρνηθεί αργότερα ότι συμμετείχε στη συγγραφή και ότι τον είχε συμπεριλάβει ο Institoris (Krammer στο πραγματικό του όνομα) αυθαίρετα. Αυτό φαίνεται λίγο απίθανο, δεδομένου ότι οι συγγραφείς έχαιραν, ως δοκιμασμένοι ιεροεξεταστές, μεγάλης αναγνώρισης. Πιθανότερο είναι να υπήρξε αντιδικία στη διανομή των εσόδων από τις πωλήσεις του βιβλίου και από τις κατασχέσεις περιουσιών σε βάρος των θυμάτων και έτσι να επήλθε διχόνοια στη συμμαχία των «ιερών» δολοφόνων.

Οι δραστηριότητες μιας μάγισσας, σύμφωνα με το «Σφυρί», ήταν συνεργασία, σεξουαλικές σχέσεις και σαββατιάτικες συνεδριάσεις με το σατανά, πτήση στον ουρανό πάνω σε σκούπες, καλάμια κ.ά. Ο σατανάς, εισαγόμενη φιγούρα από την ιουδαϊκή θρησκεία, ανακηρυσσόταν έτσι σε κεντρικό παράγοντα και ρυθμιστή της ζωής των ανθρώπων στην Ευρώπη! Πέρα από αυτά, οι μάγισσες είχαν και διάφορες σατανικές «δυνάμεις», όπως να επηρεάζουν τον καιρό και να προκαλούν καταρρακτώδεις βροχές, χαλάζι, κεραυνούς, παγωνιά και απρόβλεπτες χιονοπτώσεις, να επιφέρουν ξηρασία και πτώση της στάθμης νερού σε ποτάμια και λίμνες, να μεταμορφώνουν ανθρώπους και ζώα και να καταστρέφουν σπίτια με κεραυνούς, να διαδίδουν ασθένειες σε ανθρώπους, να προκαλούν στειρότητα σε άνδρες και γυναίκες και άλλα πολλά. Όλα όσα ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους στην καθημερινή ζωή τους επιρρίπτονταν στους «μάγους» και τις «μάγισσες». 

Οι ιεροεξεταστές διαχώρισαν με την πάροδο των δεκαετιών τις υποθέσεις, αφενός σε αμιγώς αιρετικού περιεχομένου που δικάζονταν σε εκκλησιαστικά δικαστήρια και αφετέρου με «μαγικό» περιεχόμενο, για τις οποίες αρμόδια ήταν τα πολιτικά δικαστήρια. Είναι προφανές ότι ένα κατηγορητήριο με τέτοιες φανταστικές παρανομίες δεν ήταν δυνατόν να υποστηριχτεί παρά μόνο με ψευδομάρτυρες και με «ομολογία» των κατηγορουμένων. Διάφοροι ηγεμόνες είχαν εκδώσει διατάγματα, σύμφωνα με τα οποία ήταν υποχρεωμένοι όλοι οι πολίτες να καταγγείλουν μαγικές και συναφείς δραστηριότητες, ακόμα και με απλή υποψία.

Όσοι αμελούσαν να καταγγείλουν «μαγικές» δραστηριότητες, θεωρούνταν συνένοχοι και συνεργοί! Έτσι είχαν ανοίξει οι πύλες για κάθε συκοφαντία που μπορούσε να επινοήσει ένας ιδιοτελής γείτονας. Οι ανακρίσεις σε βάρος κάποιου προσώπου άρχιζαν με απλές προφορικές, ακόμα και ανώνυμες καταγγελίες. Οι μάρτυρες ήταν, είτε κακοί γείτονες που ήθελαν να εκδικηθούν για κάποιο λόγο, είτε μυθομανείς θρησκόληπτοι που εκτελούσαν δήθεν θεάρεστο καθήκον. Οι προδιαγραφές των προβλεπόμενων ποινών δεν έδιναν στους κατηγορούμενους πολλές διεξόδους απαλλαγής:
  • Ο δράστης που επικοινωνεί άμεσα με το σατανά και τον προσκυνά, τιμωρείται με θάνατο στην πυρά.
  • Ο δράστης που επικοινωνεί έμμεσα με το σατανά, αποκεφαλίζεται πριν από την πυρπόλησή του.
  • Ο δράστης που προκαλεί με τα μαγικά του ζημιά στους συμπολίτες του, βασανίζεται με καυτά σίδερα πριν παραδοθεί ολόκληρος στην πυρά.
Τις πρώτες δεκαετίες φαίνεται οι καταγγελίες να αφορούσαν κυρίως περιθωριακές γυναίκες σε αγροτικές περιοχές που ζούσαν μόνες και απροστάτευτες για διάφορους λόγους. Από περιγραφές για το παρουσιαστικό που έχουν διασωθεί, διαπιστώνουμε ότι η τυπική «μάγισσα» έχει περίπου την εμφάνιση που μαθαίνουν τα μικρά παιδιά ακόμα και σήμερα στα παραμύθια. Μια ξεδοντιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, αναμαλλιασμένη και ατημέλητη που βγάζει ακατανόητες κραυγές και δεν επικοινωνεί με τους ανθρώπους γύρω της. Σήμερα θα λέγαμε ότι πρόκειται για άτομα με γεροντική άνοια... 

Για την απόσπαση ομολογίας των κατηγορουμένων προβλέπονταν βασανιστήρια! Το «Σφυρί» που προαναφέρθηκε, είχε ειδικό κεφάλαιο για τα βασανιστήρια, από κόψιμο δακτύλων, μέχρι διάτρηση χεριών και ποδιών με πυρακτωμένα σίδερα. Και όταν οι κατηγορούμενοι δεν άντεχαν και δέχονταν να «ομολογήσουν», αυτή η ομολογία τους χρησιμοποιείτο στη δίκη σε βάρος τους, οπότε είχαν σίγουρη καταδίκη. Μάρτυρες ή συνήγοροι υπεράσπισης δεν υπήρχαν, γιατί κατά κανόνα κατηγορούνταν κι αυτοί για συνεργασία με το σατανά. Μάλιστα οι δικαστές, απέφευγαν να συζητούν με το κατηγορούμενο άτομο, μήπως και παρεξηγηθεί κάποια κουβέντα τους ως έκφραση συμπάθειας προς το σατανά! 

Οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν πολλοί, από κάθε κοινωνική ομάδα και ηλικία, ακόμα και παιδιά. Στις χιλιάδες σελίδες πρακτικών από τέτοιες δίκες που έχουν διασωθεί, αναδύονται φρικιαστικές ιστορίες συκοφαντιών που κατέθεταν ακόμα και επιφανείς πολίτες (συχνά από φόβο), ότι η κατηγορούμενη «μάγισσα» διέσχιζε τον ουρανό καβάλα σε σκούπα (!) πάνω από τα σπίτια τους, ότι η ίδια κατηύθυνε τους κεραυνούς να πέσουν πάνω στο χωριό, ότι πραγματοποιούσε οργιαστικά γλέντια με το σατανά και κάθε άλλη φανταστική ή πραγματική ιστορία, όπου όλα μετρούσαν σε βάρος του κατηγορουμένου! Κάθε σημάδι στο σώμα τους, μια μεγάλη κρεατοελιά, κάποια λεύκη ή άλλοι ασυνήθεις χρωματισμοί στο δέρμα ήταν οφθαλμοφανής απόδειξη για επίδραση του διαβόλου. Τυχόν καλές πράξεις που έκανε ο κατηγορούμενος στο παρελθόν, θεωρούνταν παραπειστικές και δείγμα της διαβολικής του πρόθεσης, τυχόν προστριβές με γείτονες για οικονομικά ή άλλα θέματα, τα οποία σε πολιτισμένες κοινωνίες φτάνουν σήμερα μέχρι τον ειρηνοδίκη, αποτελούσαν τότε χειροπιαστές αποδείξεις σατανικού χαρακτήρα. 

Οι κατηγορούμενοι κατέδιδαν συχνά, μέσα στην απόγνωσή τους, ψευδώς κάποιους συγγενείς ή γείτονες για να απαλλαγούν πρόσκαιρα από τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια. Τότε άρχιζαν νεότερες ανακρίσεις σε βάρος των νέων «υπόπτων» και έτσι διευρυνόταν ο κύκλος των κατηγορουμένων με σχεδόν βέβαιη κατάληξή τους στην πυρά. Κανένας απολύτως πολίτης δεν ήταν εξασφαλισμένος, όποια δημόσια ή προσωπική συμπεριφορά κι αν επέλεγε. Η ζωή των ανθρώπων ήταν απόλυτα παραδομένη στη μοχθηρή βούληση των κληρικών και λαϊκών ιεροεξεταστών.

Σε όσους κατηγορούμενους δεν ομολογούσαν, παρά τα σκληρά βασανιστήρια, επιβάλλονταν δοκιμασίες, οι οποίες οδηγούσαν έτσι ή αλλιώς στο θάνατο! Με δεμένα χέρια και πόδια ριχνόταν το κατηγορούμενο άτομο, με ρούχα και παπούτσια ή γυμνό, σε ένα ποτάμι ή σε μια λίμνη. Αν επέπλεε, πράγμα σπάνιο βέβαια, ήταν αυτό απόδειξη ότι πρόκειται για συνεργάτη του σατανά και οδηγείτο στην πυρά για «εξαγνισμό». Αν βυθιζόταν στο νερό, έδειχνε ότι δεν υπήρχε επιρροή του διαβόλου, αλλά είχε ήδη πνιγεί. Επιτρεπόταν τότε να κηδευτεί χωρίς να καεί προηγουμένως! Επίσης, μια γνωστή δοκιμασία ήταν το πέταμα στο κενό από ύψωμα. Αν η μάγισσα αιωρείτο, το οποίο προφανέστατα δεν μπορεί να συνέβη ποτέ, θα ήταν απόδειξη της σατανικής φύσης της, αν έπεφτε και σκοτωνόταν, αποδιδόταν αθώα ... στο θάνατο! 

Το κάψιμο των καταδικασμένων προσφερόταν ως δημόσιο θέαμα στις κεντρικές πλατείες των πόλεων και των χωριών! Όταν τύχαινε δε ο καταδικασμένος σε θάνατο από την «Ιερά Εξέταση» να πεθάνει πριν από την εκτέλεση της ποινής, από φυσικά αίτια ή λόγω των βασανιστηρίων, διατασσόταν και πάλι το κάψιμο του πτώματος για να «εξαγνιστεί ο καταδικασθείς και να παραδοθεί στον Κύριο απαλλαγμένος από αμαρτίες». Αν τυχόν είχε δε ενταφιαστεί κρυφά, διατασσόταν εκταφή και κάψιμο!

Για το πλήθος των δολοφονημένων ανθρώπων από τους πολιτικούς και κληρικούς κυνηγούς μαγισσών, υπάρχουν μόνο εκτιμήσεις, αν και έχουν βρεθεί σε μοναστήρια και υπόγεια φρουρίων πολλές αποθήκες με πρακτικά δικών και εκτελέσεων σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις. Καταρχάς για το φύλο των εκτελεσμένων εκτιμάται ότι ένα ποσοστό περί το 80% ήταν γυναίκες και το υπόλοιπο άντρες και σε μερικές περιπτώσεις παιδιά. Κατά το 16ο αιώνα εκτελέστηκαν στην πόλη Trier περί τις επτά χιλιάδες, στην Toulouse περί τις τετρακόσιες και στη Βρετανία πάνω από επτακόσιες «μάγισσες»! Ο μεγάλος αριθμός «μαγισσών» στην Trier οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι μεταφέρονταν εκεί κατηγορούμενα άτομα από μια ευρύτερη περιοχή της σημερινής Γερμανίας και Γαλλίας. Το 17ο αιώνα κάηκαν σ' όλη τη Γερμανία περί τις εκατό χιλιάδες «μάγισσες». Μεταξύ 1560 και 1630 κάηκαν ζωντανοί στη Βαυαρία πάνω από 5.000 άνθρωποι.

Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ καθολικών και προτεσταντικών περιοχών δεν ήταν σημαντικές. Ο Λούθηρος και ο Καλβίνος ήταν επίσης εμπαθείς εχθροί κάθε «μαγικής» νοοτροπίας και συμφωνούσαν με το κυνήγι «μαγισσών» και «αιρετικών». Ο Ισπανός φυσιοδίφης Michael Servetus, ένας πολυμαθής άνθρωπος με φιλελεύθερο πνεύμα, ο οποίος είχε στο ενεργητικό του διάφορες ανακαλύψεις και μελέτες, απειλήθηκε από την «Ιερά Εξέταση» και κατέφυγε στους Προτεστάντες της Γενεύης, νομίζοντας ότι εκεί θα ήταν ασφαλής. Ο Καλβίνος κατέθεσε ως ειδήμων στο δικαστήριο θρησκευτικών φρονημάτων της πόλης που προσήγαγαν τον Servetus και υπέδειξε να τoν καταδικάσουν σε θάνατο λόγω «αιρετικών απόψεων». ο Ισπανός διανοούμενος είχε αμφισβητήσει την «Αγία Τριάδα» (De trinitatis erroribus, 1531) και είχε επικρίνει το βάπτισμα των νηπίων και γι' αυτό πέθανε στην πυρά το έτος 1553.

Ο βασιλιάς της Αγγλίας James (Τζαίημς, 1566-1625) νομοθέτησε το έτος 1603, μόλις ανήλθε στο θρόνο, το βασανισμό και τη θανάτωση όλων των «αιρετικών και μάγων» της χώρας του. Ως προς τις εθνικές διαφοροποιήσεις, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι στην Ολλανδία εκτελέστηκαν αναλογικά προς τον πληθυσμό λιγότερα άτομα από ότι στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αγγλία.

Στην ιβηρική χερσόνησο (Ισπανία, Πορτογαλία) δεν δόθηκε μεγάλη σημασία στις διώξεις «μαγισσών» όσο σε αυτές εναντίον «αιρετικών». Μάλιστα, οι Ισπανοί συγκρότησαν σώμα ιεροεξεταστών και στις κτήσεις τους στο Μεξικό και στο Περού, εναντίον των ιθαγενών που δεν έδειχναν προθυμία να προσχωρήσουν στην «αληθινή θρησκεία», επαναλαμβάνοντας εκεί ό,τι έκαναν οι πνευματικοί πρόγονοί τους στο παρελθόν εναντίον των Εθνικών, στηριζόμενοι τότε στο ρωμαϊκό στρατό!

Στα τέλη του 17ου αιώνα επινοήθηκαν επεισόδια με δαιμονισμένα νεαρά «κορίτσια», τα οποία προκάλεσαν αναταραχή στην αμερικάνικη αποικία της Αγγλίας στην πόλη του Σάλεμ. Οι δίκες που διεξήχθησαν οδήγησαν στην καταδίκη και θανάτωση περίπου 20 ατόμων, τα οποία προηγουμένως είχαν βασανιστεί, μερικά μάλιστα είχαν παραδεχθεί ότι έκαναν παρέα με τον σατανά! Αρκετά χρόνια αργότερα μια από τις αρχικές κατηγορούμενες που δεν είχε εκτελεστεί, παραδέχθηκε ότι τα κορίτσια κορόιδευαν με τις υστερίες τους και παρέσυραν όλη την πουριτανική κοινωνία του Σάλεμ σε μαζική υστερία και σε κυνήγι «μαγισσών». Τα επεισόδια αυτά έμειναν στην ιστορία από τη λογοτεχνική επεξεργασία τους με τον τίτλο «Οι μάγισσες του Σάλεμ» (Άρθουρ Μίλερ).
 (συνεχίζεται)

(δεκτό κάθε διορθωτικό, βελτιωτικό, απορριπτικό κλπ. σχόλιο)
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

Η μαγεία στο μεσαίωνα

Στη διάρκεια του Μεσαίωνα, η δυτική Εκκλησία, αντιπαρατέθηκε με τα αιρετικά κινήματα και σκλήρυνε τη στάση της απέναντι στις αποκλίνουσες δογματικά απόψεις, διαδικασία που εκφράστηκε αφενός με την αποσαφήνιση του καθολικού δόγματος και αφετέρου με την πολιτική στιγματισμου και αποβολής των αιρετικών αντιλήψεων και κινημάτων από τις οργανωμένες κοινωνίες. 

Η ίδρυση της Ιεράς Εξέτασης και ο χαρακτηρισμός της αίρεσης ως "εσχάτης προδοσίας" και προσβολης της "ευταξίας της χριστιανικής κοινωνίας " (κατηγορία που ενίσχυε ο συχνός κοινωνικός ριζοσπαστισμός των αιρετικών κινημάτων του Μεσαίωνα) όπως διατυπώθηκε σε σειρά θεολογικών κειμένων (Επιτομή, του Ουγκούτσιο, 1118), άνοιξαν το δρόμο στο συστηματικό διωγμό των αιρετικών και γενικότερα, των ομάδων που απέκλιναν με τη συμπεριφορά τους από τις κατεστημένες νόρμες της χριστιανικής κοινωνίας, όπως εκφράστηκε στα Δυτικά πρότυπα. 

Στη διάρκεια του 11ου και 12ου αιώνα η εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία νομιμοποίησαν και παρότρυναν την άσκηση βίας εναντίον κατηγοριών ανθρώπων που διαχωρίζονταν από το σύνολο στη βάση της εθνοτικης προέλευσης, της θρησκείας ή του τρόπου ζωής τους. Περίπου το 1100 η Ευρώπη μεταβληθηκε σε μια "διώκουσα κοινωνία". Θύματα ήταν οι αιρετικοί, οι λεπροί, οι Εβραίοι, οι σοδομίτες καθώς και οι μάγοι.
Οι διωγμοί, αρχικά χρησιμοποιήθηκαν ως όπλο στη μάχη για την πολιτική εξουσία, στους κόλπους των ισχυρών και κατόπιν μετατράπηκαν από τους κρατούντες σε μέσο ισχυροποίησης της εξουσίας τους επί του ευρύτερου κοινωνικού σώματος. Σαφή ένδειξη της νοοτροπίας της "διώκουσας κοινωνίας" αποτελεί το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό το στερεότυπο της μάγισσας αναπαρήγαγε παλιότερες απεικονίσεις των αιρετικών όπως και των Εβραίων. 

Σε ό,τι αφορά τη μαγεία, στοιχεία από την περίοδο του Καρλομάγνου και εντεύθεν συγκλίνουν προς αυτή την ερμηνευτικη κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι Φράγκοι ευγενείς είχαν τους προσωπικούς τους αστρολόγους και μάγους. Η Ιστορία των Επιστημών κατέδειξε ότι οι μάγοι συνδέονται με συγκεκριμένες αντιλήψεις για την ανιμιστική φύση, δηλ. τις κρυμμένες δυνάμεις των φυσικών σωμάτων και κατ επέκταση της ίδιας της Φύσης, τις οποίες είχαν την δυνατότητα να "ανακαλύψουν" και να αξιοποιήσουν, μέσα από τη συστηματική έρευνα, πειραματική διαδικασία και λεπτομερή καταγραφή των πρακτικών τους. 

Ετσι οι Μάγοι και οι Αλχημιστές θεωρούνται ως θεμελιωτές της σύγχρονης Χημείας και σε ότι αφορά την ιστορική εξέλιξη των επιστημών έχουν πλήρως απομυθοποιηθεί και εξηγηθεί οι "μαγικές τους ικανότητες" Για τον Ιστορικό των Επιστημών A. Koyre, ο Μεσαίωνας αποτελεί τον "κόσμου του περίπου", σε αντίθεση με την νεότερη περίοδο " τον κόσμο της ακρίβειας" αναφερόμενος στην νοοτροπία που υπήρχε για πολλούς αιώνες η οποία απέτρεπε την ενασχόληση με ακριβείς μετρήσεις, ακριβώς επειδή αυτές γίνονταν από τεχνίτες, μηχανικούς, και ανθρώπους που δεν ήταν εξοικειωμένοι με την θεωρία. Η σχολακιστική φιλοσοφική παράδοση, θεμελιωμένη στo Αριστοτελικό corpus, δεν χρησιμοποιούσε με την πειραματική διαδικασία και συνεπώς τη μαθηματική έκφραση των φυσικών νόμων θεωρώντας την εκβιασμό της φύσης, αδυνατώντας έτσι να την κατανοήσει επαρκώς και να ελέγξει τις φυσικές δυνάμεις, προωθώντας το μυστικιστικό μοντέλο ερμηνείας της. 

Στο αντίθετο άκρο, Μάγοι και Αλχημιστές, επιδόθηκαν με ιδιαίτερο ζήλο, σε αυτές τις πρακτικές, διατηρώντας την εξήγηση των "μυστικών δυνάμεων" της φύσης για λογαριασμό τους. Το γόητρό τους εξέπεσε αργότερα, την εποχή της επιστημονικής επανάστασης του 16ου και 17ου αιώνα, όταν η πειραματική πρακτικη και οι μαθηματικές μετρήσεις, αποτέλεσαν το νέο ιδεώδες της επιστήμης, και τα πειράματα εκτελούνταν σε δημόσιο χώρο ενώπιον κοινού, με την δυνατότητα να επαναληφθούν από τον οποιονδήποτε, και απαλλαγμένα από την αναζήτηση των ποιητικών αιτίων της σχολαστικής φιλοσοφίας. Ο δημόσιος χαρακτήρας των πειραμάτων, συμβάλλει αποφασιστικά στην αλλαγή της νοοτροπίας που ήθελε μόνο λίγους "μυημένους" να γνωρίζουν τα μυστικά της φύσης. Την εποχή αυτή ολοκληρώνεται η ρήξη με την Αρχαιότητα και κυριολεκτικά με την Αριστοτελικη φιλοσοφική παράδοση. Ομως ο νεοπλατωνισμός, οι πυθαγόρειες ιδέες και η ερμητική παράδοση συνυπάρχουν στον χώρο των ιδεών και επηρεάζουν την κυρίαρχη κουλτούρα, και ο μυστικισμός είναι ακόμα αισθητά παρών. Η μαγεία, η αστρολογία , η αλχημεία και η θρησκεία συνιστουν το αντίθετο της επιστήμης. Η μαγεία ειδικοτερα βασίστηκε στην αρχή ότι υπάρχουν συγκεκριμένες ιδιότητες στα σώματα, απόκρυφες που επηρεάζουν τα άλλα σώματα και με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται ανεξήγητα φαινόμενα. Το απόκρυφο, ωστόσο δεν είναι κάτι δαιμονικό, αλά κάτι που δεν είναι άμεσα κατανοητό κα προσπελάσιμο με τις αισθήσεις. Η παρατήρηση και η συστηματική καταγραφή ήταν χαρακτηριστικό της πρακτικής των μάγων και η μαγεία συνεπώς προϋπέθετε τη γνώση της φύσης για τον έλεγχό της. Ο εμπειρισμός ήταν συστατικό στοιχείο της μαγείας. Ο λόγος που η "φυσική μαγεία" εξαφανίστηκε μετά τα τέλη του 17ου αιώνα, είναι επειδή πολλά στοιχεία της ενσωματώθηκαν στη νέα επιστημονική θέαση του κόσμου που άρχισε να εδραιώνεται. Με άλλα λόγια, είναι σημαντικότατος ο ρόλος των παραδόσεων της μαγείας που στηρίζονταν στην παρατήρηση, την καταγραφή και τον έλεγχο με μεθόδους που είχαν στοιχεία πειραματισμού. Από την άποψη της Ιστορίας των Επιστημών, είναι πολύ δύσκολο να αποκλείσουμε τη συμβολή του εμπειρισμού της μαγείας στην πειραματική πρακτική και να αγνοήσουμε το ρόλο της στη μετάβαση από την σχολακιστική παράδοση στην εμπειρική της σύγχρονης επιστήμης. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το καθήκον των μάγων στην κατανόηση της λειτουργίας των μηχανών η μηχανισμών που μπορεί να στηρίζονταν σε απόκρυφες αλλά φυσικές ιδιότητες και μέσα ακριβώς από την κατανόηση των φυσικών αιτίων μπορούσαν να δημιουργήσουν μαγικές καταστάσεις. Η μαγεία ευδοκίμησε στις αυλές των ηγεμόνων και στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και πολλοί πουλούσαν περίεργα όργανα (όπως το τηλεσκόπιό του ο Γαλιλαίος) και πετρώματα με περίεργες ιδιότητες που βρίσκουμε σε αρκετές συλλογές. Και βεβαίως δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθείς στην Εκκλησία αφού διαλαλούσαν ότι μπορούσαν να ελέγχουν τη φύση και δεν θα ήταν καθόλου δύσκολη η προβληματική η επικοινωνία ή και το κάλεσμα του Σατανά. Η Εκκλησία από τη μεριά της δεν κατηγόρησε για μαγεία κάθε άτομο που δήλωνε ότι ήταν μάγος ή οι άλλοι τον γνώριζαν ως τέτοιο. Οχι από φιλευσπλαχνία αλλά ακριβώς επειδή η κοινωνική λειτουργία των μάγων ήταν, κάτω από ορισμένες συνθήκες, μια αποδεκτή κοινωνική λειτουργία ( Εamon, 1983, Dear 1990, Tester 1987) 

H αλχημεία μαζί με τη μαγεία και σε αντίιθεση με τους ισχυρισμούς του αριστοτελισμού, έδωσε έμφαση σε φαινόμενα, οι αιτίες των οποίων δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν άμεσα με τις αισθήσεις. Ο αριστοτελισμός, ως φιλοσοφία που δεχόταν εξηγήσεις βασισμένες σε άμεσες και σαφείς αιτίες, δεν μπορούσε να ενσωματώσει τις απόκρυφες αιτίες. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την ανάπτυξη της φαρμακολογίας. 

Ο Μεσαίωνας, όπως επίσης κατέδειξε η ιστορική έρευνα, ουδόλως σκοταδιστικός και ακίνητος ήταν. Αντίθετα κυοφόρησε τα σπέρματα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Σε ότι αφορά το "κυνήγι των μαγισσών" αυτό είναι έργο του Υστερου Μεσαίωνα - της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. 

Οι μάγοι που συγχέονται με τους δαιμονισμένους, τους μανιακούς, τους φρενιστές, τους μελαγχολικούς, διώκονται κυρίως από την Εκκλησία και τους κρατιστές ηγεμόνες με την κατηγορία της "έσχατης προδοσίας" και ως ταραχοποιοί της χριστιανικής τάξης. Ωστόσο η λόγια θεώρηση και η αριστοκρατική τάξη κράτησαν αποστάσεις και ουδέποτε ταυτίστηκαν με την λαΪκή θεώρηση της μαγείας που την θεωρούσε προκατάληψη και αφέλεια. 

Από την άλλη μεριά, οι αγροτικές κοινότητες που συνιστούσαν και την πλειοψηφία της εποχής, είχε εμφανείς παγανιστικές καταβολές που η Εκκλησία προσπαθούσε να εκριζώσει και στην προσπάθειά της αυτή κατάφερε να αποκτήσει το μονοπώλιο της υπερφυσικής μαγικής δύναμης για λογαριασμό της. Η ισχύς και το μεγαλείο των τελετουργιών της προσέδωσαν στην Εκκλησία μια υπερφυσική υπόσταση στα μάτια των χωρικών, που διαιώνισε τις παραδοσιακές ανιμιστικές τους αντιλήψεις. Επιπλέον η Εκκλησία πρόσφερε μεγάλη γκάμα "μαγικών υπηρεσιών" (ευλόγηση σποράς, αναθεματισμο των καταστροφικών πτηνών, εντόμων, ασθενειών κλπ) που υπονοούσαν σαφώς την ύπαρξη του κακού στην καθημερινοτητα. Η έρευνα έχει καταδείξει την ελάχιστη παρουσία του διαβόλου σε αυτή την κοσμοαντίληψη των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων καθώς η πλειοψηφία τους απέδιδε τα δεινά τους στην θεΪκή οργή και όχι στον σατανά. 

Η ανάπτυξη μιας σύνθετης μανιχαϊστικης κοσμοαντίληψης σχετικά με την πάλη του καλου με το κακό στη γη αποτελουσε αποκλειστική υπόθεση του μορφωμένου κλήρου του Μεσαίωνα. Ως επίλεκτα μέλη της κοινωνίας ( η πρώτη κοινωνική τάξη επιφορτισμένη από το Θεό με την πνευματική καθοδήγηση των κοσμικών) έπρεπε να απαρνηθούν συγκεκριμενες σωματικές απολαύσεις. Φυσική συνέπεια ήταν η προβολή των καταπιεσμένων επιθυμιών σε μια προσωποποίηση του κακού που την αποτελούσε ο σατανάς. Την απαίτηση της υψηλής ηθικότητας επέβαλαν τόσο τα προτεσταντικά όσο και τα καθολικά κινήματα των πρώϊμων νεότερων χρόνων. 
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι άρχουσες ομάδες του 16ου αιώνα να βιώσουν τις ίδιες εσωτερικές αγωνίες και αντιφάσεις καταφεύγοντας στον εξορκισμό του κακού μέσα από την προσωποποίησή του. 

Ωστόσο, παρά τον κρατικό παρεμβατισμό, η συνοχή των αγροτικών κοινοτήτων απέναντι στις άρχουσες τάξεις, απέτρεπε σχεδόν την επίσημη καταγγελία περιπτώσεων μαγείας. Αν και προτιμούσαν τον μεταξύ τους άτυπο συμβιβασμό, σε ενδοκοινοτικό επίπεδο η κατηγορία εξέφραζε συνήθως αντιπαλότητες και προσωπικά μίση, όπως κατέδειξε η ιστορική έρευνα για τις δίκες του Σάλεμ που προήλθαν από μια οικογένεια που αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Περισσότερο κινδύνευαν οι εύποροι πολίτες, ή όσοι αποκτούσαν κοινωνικό κύρος και πλούτιζαν ξαφνικά, να κατηγορηθούν για μαγεία παρά οι φτωχοί. Και αυτοί οι ίδιοι, επειδή ήταν ευάλωτοι κατηγορούσαν αντίστοιχα τους φτωχότερους συγχωριανούς τους. 
Η χρονική συγκυρία της κορύφωσης των διωγμών καταδεικνύει και την κοινωνικο-οικονομικη τους θεμελίωση ( Αγγλία, Γαλλία). Τον 17ο αιώνα η κρατική εξουσία που έχει εν τω μεταξύ αναπτύξει ικανότερο δίκτυο αστυνόμευσης στην ύπαιθρο απομακρύνεται σταδιακά από την υστερία της μαγείας του 16ου αιώνα. 

Για τους ιστορικούς που ασχολούνται με την μαγεία έχουν αποσαφηνιστεί πολλά σημεία που την αφορούν, ωστόσο παραμένει χωρίς ικανοποιητική απάντηση το ερώτημα " Γιατί η μαγεία των πρώϊμων χρόνων αποτελεί κατεξοχήν γυναικείο αδίκημα, γιατί δαιμονοποιήθηκε το γυναικείο φύλο;

Μέρος του προβλήματος αυτού απορρέει από τον τύπο των ερωτημάτων που έθεσε η ιστορική έρευνα. 1) Θεωρήθηκε δεδομένο ότι οι κατηγορίες εναντίον των γυναικών αντανακλούσαν άμεσα την κοινωνική τους περιθωριοποίηση (πχ αλλαγές δημογραφικών τάσεων, μετατόπιση της ηλικίας σύναψης γάμου, χήρες και ανύπαντρες γυναίκες). Οι γυναίκες αυτές ήταν "παραφωνία" στην πατριαρχική δομή της κοινωνίας, τουτέστιν αυτόματα ύποπτες. 

2) Στην Αγγλία ατόνησε ο θεσμός της φιλανθρωπίας την άσκηση του οποίου είχε η Εκκλησία, λόγω κοινωνικο-οικονομικών μετασχηματισμών (πρώϊμη καπιταλιστική περίοδος, πρωτοεκβιομηχάνιση). Διογκώθηκε η εχθρότητα που πήγαζε απο ένα βαθύτερο συναίσθημα ενοχής που είχε καταστήσει τις άπορες γυναίκες ύποπτες για μαγικές δραστηριότητες. 

3) Τρίτη ερμηνευτική προσέγγιση αποκλειστικά για την Αμερικάνικη Νέα Αγγλία του 17ου αιώνα: Oι αλλαγές στο καθεστώς ιδιοκτησίας της γης είχαν επιτρέψει την εμφάνιση γυναικών κληρονόμων τεράστιων κτηματικών περιουσιών. Η προσφυγή στη μαγεία αποτελούσε έκφραση της ανδρικής δυσφορίας γι αυτήν την εξέλιξη. 

Επιχειρήματα αυτού του είδους κατέδειξαν επιτυχώς το πως δαιμονοποιούνταν ορισμένες κατηγορίες γυναικών που απέκλιναν από τις κατεστημένες νόρμες της ανδροκρατικής κοινωνίας τους. Δεν απαντούν ωστόσο στο ερώτημα του γιατί η ενοχοποίηση αυτή χρειάστηκε να ταυτιστεί με τη μαγεία ανάμεσα σε πλήθος άλλων αδικημάτων. Με άλλα λόγια προϋποθέτουν μια a priori σύνδεση της κοινωνικής διαφοροποίησης των γυναικών με τη μαγεία η οποία παραμένει ερμηνευτικά μετέωρη.

Ισως μια καλύτερη προσέγγιση είναι να δούμε τι αντιπροσώπευε η μαγεία τον 16ο και 17ο αιώνα. Ως πολιτισμική κατασκευή, σήμαινε ορισμένα πράγματα και πορϋπέθετε ορισμένες μορφές συμπεριφοράς, που οι άνθρωποι ανακάλυπταν στους υπόπτους. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επισήμανση της Christina Larner ότι οι μάγισσες κατηγορούνταν επειδή ήταν μάγισσες και όχι γυναίκες. Βέβαια η σύλληψη της μαγείας εκείνη την εποχή εμπεριείχε ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία καθιστούσαν τις γυναίκες πιο επιρρεπείς , επομένως οι κατηγορίες εξέφρασαν μια αρνητική θεώρηση του γυναικείου φύλου. Στόχος του κυνηγιού ήταν οι μάγισσες στην πλειοψηφία τους γυναίκες. 
Σε εμπειρικό επίπεδο, στο ερώτημα γιατί τον 16ο και 17ο αιώνα συνιστούσε κατεξοχήν γυναικείο αδίκημα, οφείλουμε να ανατρέξουμε στην γραμματεία της εποχής, κοσμική και εκκλησιαστική, λόγια και λαϊκή. 
Η εξήγηση των δαιμονολόγων των πρώϊμων νεότερων χρόνων πήγαζε από 3 απλουστευτικές και θεμελιώδεις διατυπώσεις. 

1. Οι γυναίκες ήταν εγγενώς πιο αδύναμες από τους άντρες, διανοητικά και ψυχικά, άρα επιρρεπείς στην αμαρτία

2. Συνέπεια του πρώτου, οι γυναίκες αποτελούσαν προσφιλή στόχο του σατανά και να αποκηρύξουν την πίστη τους. 

3. Κάθε άλλη δευτερεύουσας σημασίας αμαρτία που συνδεόταν με τη μαγεία θεωρούνταν ότι προερχόταν κυρίως από τις γυναίκες : περιέργεια, πολυλογία, ματαιοδοξία, απληστία, εκδικητικότητα κλπ. Τo malleus maleficarum περιελάμβανει ειδικό κεφάλαιο με τίτλο " γιατί οι γυναίκες γίνονται μάγισσες". 

Οι μισογυνιστικές αυτές διατυπώσεις πήγαζαν από ένα ιδεολογικό οπλοστάσιο που προερχόταν από την αριστοτελική άποψη των εγγενών ατελειών της γυναίκας ως "ατελούς αρσενικού" και στην παραδοσιακή χριστιανική αντιπάθεια προς τις γυναίκες ως απογόνους της Εύας. Ολες οι γυναικείες αδυναμίας προέρχονταν από ένα corpus αντιλήψεων που δεν είχαν σχέση με τη μαγεία και μάλιστα πολύ πιο αρνητικά φορτισμένο. 

Οι δαιμονολόγοι της εποχής δεν πρωτοτύπησαν λοιπόν καθόλου. Ο Βodin, το έργο του οποίου κατά γενική ομολογία αποτελεί την σπουδαιότερη πραγματεία για τη μαγέια στην πρώϊμη νεώτερη Γαλλία, αγνοεί ολότελα τα αίτια της κυριαρχίας των γυναικών στις καταγγελόμενες περιπτώσεις μαγείας. Η σιωπή των δαιμονολογικων κειμένων σχετικά με τη γυναικεία ταυτότητα της μαγείας φανερώνει ότι οι συγγραφείς της εποχής θεωρούσαν δεδομένη τη φυσική ροπή της γυναίκας στην αμαρτία. Η σύνδεση της μαγείας με τη γυναίκα ήταν τόσο προφανής ώστε να μην νιώθουν την ανάγκη να την επαναδιατυπώσουν. 

Πίσω από αυτή την προφανή φυσικότητα, βρισκόταν ένα συμβολικό σύστημα αναπαράστασης της πραγματικότητας, στο οποίο "αρσενικό" και "θηλυκό" αποτελούσαν δύο αντίθετους πόλους, συνδεόμενους αναλογικά με άλλες πολικές αντιθέσεις, όπως το καλό/κακό, ιερό/ανίερο, που κυριαρχούσαν στην γραμματεία της περιόδου. Στο δυαδικό αυτό σύστημα, το αρσενικό αναλογούσε σε θετικές ιδιότητες ενώ το θηλυκό αντίθετό του, σε αρνητικές. Κορυφαία συμβολική έκφραση της σύλληψης του κόσμου ως αντιθέτων ζευγών, ήταν η φιγούρα του Αντίχριστου, κυρίαρχη στα καθολικά και προτεσταντικά κείμενα. Ο Αντίχριστος και ο αντίπαλός του ο Αυτοκράτορας του Τέλους του Κόσμου, προσφέρονται για κάθε θρησκευτική και πολιτική χρήση και γοητεύουν τόσο τις λαϊκές μάζες όσο και τους κληρικούς. Η ιδέα ενός μοναδικού αντιπάλου του Χριστού, η εύκολη εφαρμογή επεισοδίων της ιστορίας του Αντίχριστου σε πραγματικές καταστάσεις ευνοεί την υιοθέτηση της πίστης από τον λαό. Από τον 12ο αιώνα, το μεγάλο διαφημιστικό είδος του Μεσαίωνα, το θρησκευτικό θέατρο, κυριεύεται από αυτό το πρόσωπο και το καθιστά οικείο σε όλους. Το βασικο ζευγάρι είναι ο Αντίχριστος και ο εχθρός του ο rex justus, ο "Δίκαιος Βασιλιάς". Συμφέροντα, πάθη και προπαγάνδα διακατέχουν λαμπρές προσωπικότητες της μεσαιωνικής σκηνής, για τις ανάγκες του ενός ή του άλλου σκοπού, ταυτίζοντας τους, ανάλογα με τους οπαδούς τους, με τον δίκαιο βασιλιά και τον ηγεμόνα σωτήρα ή τον Αντίχριστο ( σε ρόλους εναλλασσόμενους Δίκαιου/Αντίχριστου ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα, Φρειδερίκος Β, πάπας Βονιφάτιος Η, Σαβοναρόλας, Βαλδουϊνος της Φλάνδρας, ο επαναστάτης Τάνχελμ κ.ά) 

Προβαλλόμενο στο χώρο της δαιμονολογίας , το συμβολικό αυτό σύστημα παρουσίαζε τη μαγεία ως το αντίστροφο όλων των θετικών αξιών της θρησκείας και της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Στο χώρο των σχέσεων των δύο φύλων , η γυναίκα αποτελούσε πάντα την αντίστροφη, αρνητική απεικόνιση του άνδρα. 
Η μανιχαϊστική αυτή αντίληψη διέπνεε το σύνολο των πραγματειών της εποχής σχετικά με την "εγγενή κατωτερότητα και την κακία" των γυναικών. 
Βρισκόταν στο υπόστρωμα των δαιμονολογικών πραγματειών της εποχής, που δεν τόνιζαν την γυναικεία φύση της μαγείας , επειδή ακριβώς θεωρούσαν αδιανόητο οι μάγισσες να είναι άνδρες.


Συμπερασματικά, πίσω από τις στερεοτυπικές απεικονίσεις των μειονοτήτων (που εμφανώς επικοινωνούσαν) και πίσω από την δαιμονοποίησή τους υπέβοσκε ο μόνιμος και συλλογικός φόβος του άλλου, του ξένου, του διαφορετικού στους κόλπους της χριστιανικής κοινωνίας. Ανεξάρτητα από τα πολιτικά κίνητρα και τις ιδιαίτερες κοινωνικο-οικονομικές στρατηγικές που κρύβονταν πίσω απο το κλίμα μισαλλοδοξίας, στις συνειδήσεις των Ευρωπαίων της περιόδου 1100-1700 η ετερότητα ορισμένων κοινωνικών, θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων είχε εμπεδωθεί ως απόλυτη επικινδυνότητα. 

Αν η βαρβαρότητα του Μεσαίωνα και του Διαφωτισμού μας προκαλεί απέχθεια και συνιστά όνειδος για τον "εξανθρωπισμένο και εκπολιτισμένο" 21ο αιώνα, ας συλλογιστούμε σοβαρά, ανατρέχοντας στην ιστοριογραφία του παρελθόντος, αν οι ίδιες συλλογικές νοοτροπίες της διώκουσας κοινωνίας επιβιώνουν στην σύγχρονη κοινωνία μας που εξακολουθεί να θέτει στο κοινωνικό περιθώριο, κάθε τι που αποκλίνει από τις κατεστημένες συμπεριφορές και πολιτισμικά πρότυπα, θεωρώντας το συλλήβδην απειλή της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας. Ας εξετάσουμε επίσης, το ενδεχόμενο (αν όχι τη βεβαιότητα) ότι η βαθύτερη δομή τέτοιων κοσμοαντιλήψεων συνίσταται από πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές νοοτροπίες και συνθήκες. 

Βιβλιογραφικές πηγές: 

Κ. Γαγανάκης, Οικονομική και Κοινωνική Ιστορία της Ευρώπης
Jacques Le Goff, O πολιτισμός της μεσαιωνικής Δύσης
Κ. Γαβρόγλου, Το παρελθόν των επιστημών ως Ιστορία